Παρασκευή, 10 Νοέμβριος 2017

Δυο λόγια για την εθνική

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Για μια ακόμα φορά ο Σκίμπε δεν έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στο Λάζαρο που στα καλά του αλλάζει το παιχνίδι.

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ.

Οι διεθνείς μας στάθηκαν στην κλήρωση άτυχοι αφού τους έπεσε αντίπαλος του οποίου τα “ασημικά” λάμπουν στα καλυτερα πρωταθλήματα του κόσμου κι έχουν την ποιότητα να εκμεταλλευτούν τα λάθη που προέρχονται είτε από κακή βραδιά ή από απειρία του αντιπάλου. Οι Κροάτες κατάλαβαν ότι είχαν να κάνουν με αδύναμο αντίπαλο εξού κι οι ειρωνείες τόσο καιρό για την εθνική μας μέσω δηλώσεων προπονητών (κυρίως του Μίροσλαβ Μπλάζεβιτς που ούτε λίγο ούτε πολύ μας παρομοίασε με...ερασιτεχνική ομαδούλα), δημοσιογράφων, παλαίμαχων ποδοσφαιριστών, ίσως το γεγονός ότι σαν έθνος είμαστε πιο κοντά με τους ομόθρησκους Σέρβους εξήρειρε τα πάθη των σοβινιστών “χβράτσκι”.

Ο Σκίμπε μάζεψε τα χάλια που βλέπαμε επί Ρανιέρι (όταν φανερά η επίδραση της Ε.Ο ΚΑΙ στην εθνική ήταν καταστρεπτική, με το κλίμα να διασαλεύεται και τα παιχνίδια του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος να καταντούν “πασαρέλα”, ως και κάποιο Διαμαντάκο είδαμε βασικό επειδή σκόραρε στα...φιλικά), από εκεί και πέρα το αρνητικό ντόμινο παρέσυρε τα πάντα. Πάλι καλά να λέμε που φτάσαμε να διεκδικούμε πρόκριση στο Μουντιάλ ως την ύστατη ώρα. Η απόσυρση έντονων προσωπικοτήτων (Κατσουράνης, Καραγκούνης) κι η ένδεια παραγωγής καλών κεντρικών χαφ (που στη Πορτογαλία ήταν οι βάσεις όπου ο Ρεχάγκελ οικοδόμησε το θαύμα του) έφερε στο βασικό σχήμα παιδιά που σε ματς υψηλού ανταγωνισμού βγάζουν λιγότερη ενέργεια, δεν έχουν στο ρεπερτόριό τους το πρέσινγκ, με αποτέλεσμα η ομάδα να στερείται πλάτος στην ανάπτυξη και σαν συνέπεια όλων των παραπάνω να χάνει μέτρα στο γήπεδο.

Λυπήθηκε η ψυχή μας χθες τον Κάρλος Ζέκα. Στο πρώτο ημίχρονο η Ελλάδα είχε μεγάλο πρόβλημα στη μεταφορά μπάλας κι ο Πορτογάλος έπρεπε να κάνει τον σούπερμαν. Με Τζιόλη, Σάμαρη, Ταχτσίδη στο χορτάρι και τον Μήτρογλου απομονομώμενο υπήρχε μέγα πρόβλημα στο κράτημα μπάλας αφού κανείς δεν μπορούσε να την κρατήσει και να τρέξει μαζί της. Ο Πέτρος Μάνταλος σίγουρα θα μελαγχολούσε βλέποντας τους συμπαίκτες του από την τηλεόραση του σπιτιού του. Για μια ακόμα φορά ο Σκίμπε δεν έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στο Λάζαρο που στα καλά του αλλάζει το παιχνίδι, κάνει την ομάδα του να γίνεται πιο απειλητική από τα άκρα, πιο υπολογίσιμη στην πλάτη της αντίπαλης άμυνας, πιο γρήγορη.

Η Εθνική χρόνια τώρα έχει κάνει επιστήμη το “παίζω άσχημα μα κάνω αποτελέσματα”, το έχει πραγματοποιήσει αμέτρητες φορές, μπορεί σε πολλούς να μην άρεσε, όμως αυτό ήταν το χαρακτηριστικό της κι ήταν κάτι χρήσιμο. Τώρα της λείπουν δραματικά οι περσόνες για να επιβληθεί εγκεφαλικά του αντιπάλου, είδαμε ότι ο τραυματισμός του Παπασταθόπουλου έφερε καταστάσεις λιποθυμικές αφού άξιοι αντικαταστάτες αγνοούνται, τελικά το παλικάρι όχι μόνο έπαιξε σφίγγοντας τα δόντα με έβαλε και γκολάρα. Η αρχική ενδεκάδα για τη σοβαρότητα ενός τέτοιου αγώνα αποδείχτηκε πολύ light, δεν χωρά αμφιβολία πως δυο -τρεις από αυτούς που έπαιξαν δεν έπρεπε να κληθούν καν, απορούμε π.χ πως γίνεται να παίζει βασικός ο Τζιόλης και δευτερευόντως ο Ταχτσίδης και μάλιστα του ζητάται να αναχαιτίσει όταν καλά καλά δεν μπορεί όχι να τρέξει μα ακόμα και να ...περπατήσει.

Το παλικάρι έπαιζε κάποτε δεκάρι στην ΑΕΚ κι είχε ξεχωρίσει για δύο πράγματα: για την καλή του τεχνική και γιατί ήταν αργός. Είχε την τύχη να πάει στην Ιταλία, όπου οι ομάδες προσέχουν τους καλούς τεχνίτες κι οι προπονητές ψάχνουν τρόπους να τους αξιοποιήσουν: τον κάνανε κάτι σαν οργανωτή μπροστά από την άμυνα. Η Τζένοα που τον απέκτησε τζάμπα προσφέροντάς του ένα καλό συμβόλαιο, τον έδινε δανεικό δεξιά κι αριστερά, έφτασε ως τη Ρόμα, συνέχισε την περιοδεία του στην ιταλική επαρχία, αλλάζοντας μια ομάδα τον χρόνο χωρίς κανείς να έχει να πει κάτι για την περίπτωσή του μέχρι που τον μάζεψε ο “επενδυτής” στο λιμάνι. Αν ήταν Ιταλός δεν θα είχε ποτέ κληθεί στη “σκουάντρα ατζούρα”, είναι όμως Ελληνας και στην εθνική βρέθηκε γιατί έπαιξε στην Ιταλία.

Η διαφορά της Εθνικής της τωρινής με την προηγούμενη είναι η διαφορά του Παναγιώτη Ταχτσίδη, του Γιώργου Σάμαρη, του Αλέξανδρου Τζιόλη με τον Γιώργο Καραγκούνη, τον Αγγελο Μπασινά, τον Κώστα Κατσουράνη. Το πρόβλημα του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι ότι τα τελευταία χρόνια βγάζει πολλούς Ταχτσίδηδες και κανέναν Κατσουράνη: βλέπουμε να φτάνουν στην Εθνική σε χρόνο- ρεκόρ παίκτες που έχουν κάνει ελάχιστα. Κάποτε οι διεθνείς είχαν βιογραφικά και προσωπικές επιτυχίες. Πριν φτάσουν στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα έκαναν μεταγραφές, ξεχώριζαν σε μικρές ομάδες ή έπαιρναν από το χέρι μεγάλες, έπαιζαν σε κάποια ματς στην Ευρώπη με τους συλλόγους τους – τώρα καλούνται απλά γιατί είναι Ελληνες ή παίρνουν την υπηκοότητα μπροστά στη δυσκολία να βάλουμε στο γήπεδο παίκτες της προκοπής με ευδιάκριτα θετικά στοιχεία.

Η καθιέρωση έγινε τόσο εύκολη υπόθεση (περίπτωση Διαμαντάκου που αναφέρουμε και πιο πάνω), και κάπου χάθηκε το μέτρο. Νοσταλγούμε τον Ρεχάγκελ όχι γιατί καλούσε δύσκολα παίκτες, αλλά γιατί ήξερε να κόβει από την Εθνική, όσους δεν έκαναν ό,τι έπρεπε για να κερδίσουν την εκτίμησή του. Μετά δε και τη φυγή Σάντος, την άλωση ΚΑΙ του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος από τους μαφιόζους βλέπουμε προπονητές που προσπαθούν να αναδείξουν ηγέτες είτε κρατώντας στην ενδεκάδα παίκτες που περπατάνε, είτε προβιβάζοντας άλλους, που είναι αμφίβολο αν είναι έτοιμοι για να παίξουν στην Εθνική. Υπό αυτό το πρίσμα και...λίγα ήταν τα χθεσινά! Που να ήταν υγιής και ο Μάντζουκιτς!

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Join us on Facebook
Follow us on Twitter